ὑπέρλοφος
ὑπέρλοφος, with high crest
ὑπέρλοφος, ον,
- with high crest, ἐλάτη Nonn. D. 28.219.
ὑπέρ·λοφος, ος, ον, au sommet très élevé, Nonn. D. 28, 219.
Étym. ὑ. λόφος.
ὑπέρλοφος, hochgipflig, εἰλάτη Nonn. 28.219.