ὑπερφέγγεια
ὑπερφέγγεια, excessive shining
ὑπερφέγγεια, ἡ, (φέγγος)
- excessive shining, Iamb. VP 15.67.
ὑπερ·φέγγεια, ας (ἡ) éclat excessif, Jambl. V. Pyth. § 67.
Étym. ὑ. φέγγος.
ὑπερφέγγεια, ἡ, übermäßiges Leuchten, Iambl. v. Pyth. 67.