ὑποκάρδιος
ὑποκάρδιος, in the heart
ὑποκάρδιος, ον,
- in the heart, ἕλκος, ὀργά, Theoc. 11.15, 20.17.
ὑπο·κάρδιος, ος, ον, qui est au fond du cœur, Thcr. Idyl. 11, 15 ; 20, 17 ; Nonn. Jo. 6, 58 ; 15, 28.
Étym. ὑ. καρδία.
ὑποκάρδιος, unter dem Herzen, am, im Herzen, ἕλκος, ὀργή, Theocr. 11.15, 20.17.
ὑποκάρδιος
ὑπο-κάρδιος, ον,
καρδία
- in the heart, Theocr.