ὑπολιμώδης
ὑπολιμώδης, somewhat hungry
ὑπολῑμώδης, ες,
- somewhat hungry, δεῖπνα Plu. QConv. 2.643d.
ὑπο·λιμώδης, ης, ες [ῑ] qqe peu affamé, Plut. M. 634d.
ὑπολιμώδης, [ῑ], ες, etwas hungrig, δεῖπνον Plut. Symp. 2.10.1.