ὑποληψείδιον
ὑποληψείδιον, small assumption
ὑποληψείδιον, τό,
- small assumption, Arr. Epict. 4.1.140.
ὑποληψείδιον, ου (τὸ) dim. du suiv. Arr. Epict. 4, 1, 140.
ὑποληψείδιον, τό, dim. zu ὑπόληψις, Nicet.