ὑποληνίς
ὑποληνίς, vat (under press)
ὑποληνίς, ίδος, ἡ,
- = ὑπολήνιον, Call. Dian. 166.
ὑποληνίς, ίδος (ἡ) auge (en forme de cuve) pour les bestiaux, Call. Dian. 166.
Étym. cf. le préc.
ὑποληνίς, ίδος, ἡ, = ὑπολήνιον, Callim. Dian. 166.