ὑπόλισπος
ὑπόλισπος, somewhat smooth, worn smooth
ὑπόλισπος, Att. ὑπόλισφος, ον,
- flat underneath, πυγίδια Ar. Eq. 1368; τὰ ὑπὸ τῷ ἰσχίῳ μήτε ὑπόλισφα ἔστω μήτʼ αὖ περιττά Philostr. Gym. 35; of persons, flat-hipped, Poll. 2.184, Phryn. PS p.117 B.; [παρθένοι] Ruf. ap. Orib. inc. 2.24.
ὑπόλισπος, etwas glatt. schlüpfrig, πυγίδια Ar. Eq. 1365.
ὑπόλισπος
ὑπό-λισπος, Attic -λισφος, ον,
- somewhat smooth, worn smooth, Ar.