Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπορριζόω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποράβδωσις
ὑποραΐζω
ὑποράπτω
ὑποραφή
ὑποργάζω
ὑποργηθεῖσα
ὑποργίζομαι
ὑπορέγχω
ὑπόρειος
ὑπορέμβομαι
ὕπορθος
ὑπορθόω
ὑπόρθριος
ὑπόρθωμα
ὑπόρθωσις
ὑποριπίζω
ὑπόρνυμι
ὑπόροφος
ὑπόρραιβος
ὑπορραΐζω
ὑπορραπίζω
ὑπορράπτω
ὑπορραφή
ὑπόρραφος
ὑπορραχίς
ὑπορρέω
ὑπορρήγνυμι
ὑπορρηγνύω
ὑπόρρηνος
ὑπόρριζος
ὑπορριζόω
ὑπορρίνιον
ὑπόρρινος
ὑπορριπίζω
ὑπορριπτέω
ὑπορρίπτω
ὑπορροιζέω
ὑπόρροος
ὑπορροφέω
ὑπορρόφιος
ὑπορρύημι
ὑπόρρυθμος
ὑπορρυπαίνω
ὑπόρρυσις
ὑπόρρυσος
ὑπορρωδέω
ὑπορρώξ
ὑπόρυγμα
ὑπορυκτικός
ὑπόρυκτον
ὑπόρυξις
ὑπορύσσω
ὑπορύττω
ὑπορχέομαι
ὑπόρχημα
ὑπορχηματικός
ὑπόρχησις
ὑπορχηστής
ὑποσαγής
ὑπόσαθρος
ὑποσαίνω
…
ὑπορριζόω
Save
Pape
ὑπορριζόω
,
mit einer Wurzel versehen
, übertr.,
begründen
, Plut.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}