Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπορρηγνύω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπόπυρρος
ὑποπύρωπος
ὑπόπωλος
ὑποράβδωσις
ὑποραΐζω
ὑποράπτω
ὑποραφή
ὑποργάζω
ὑποργηθεῖσα
ὑποργίζομαι
ὑπορέγχω
ὑπόρειος
ὑπορέμβομαι
ὕπορθος
ὑπορθόω
ὑπόρθριος
ὑπόρθωμα
ὑπόρθωσις
ὑποριπίζω
ὑπόρνυμι
ὑπόροφος
ὑπόρραιβος
ὑπορραΐζω
ὑπορραπίζω
ὑπορράπτω
ὑπορραφή
ὑπόρραφος
ὑπορραχίς
ὑπορρέω
ὑπορρήγνυμι
ὑπορρηγνύω
ὑπόρρηνος
ὑπόρριζος
ὑπορριζόω
ὑπορρίνιον
ὑπόρρινος
ὑπορριπίζω
ὑπορριπτέω
ὑπορρίπτω
ὑπορροιζέω
ὑπόρροος
ὑπορροφέω
ὑπορρόφιος
ὑπορρύημι
ὑπόρρυθμος
ὑπορρυπαίνω
ὑπόρρυσις
ὑπόρρυσος
ὑπορρωδέω
ὑπορρώξ
ὑπόρυγμα
ὑπορυκτικός
ὑπόρυκτον
ὑπόρυξις
ὑπορύσσω
ὑπορύττω
ὑπορχέομαι
ὑπόρχημα
ὑπορχηματικός
ὑπόρχησις
ὑπορχηστής
…
ὑπορρηγνύω
Save
Bailly 2024
ὑπο·ρρηγνύω
(
impf.
3 sg.
ὑπερρήγνυε
)
c. le préc.
Rhét.
1, 497 W.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}