ὑποσφάξ
ὑποσφάξ, cleft
ὑποσφάξ, άγος [ᾰγ], ἡ,
- cleft, Opp. H. 1.744 (Schneid. διασφάγες, from Eust. 134.21, 897.60, 1476.59), Eust. 897.61.
ὑπο·σφάξ, άγος (ἡ) crevasse, ouverture, Opp. H. 1, 744.
Étym. ὑ. σφάζω.
ὑποσφάξ, άγος, ἡ, eine Oeffnung, Spalte, Opp. Hal. 1.744.