Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑποσφόνδυλον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποσυγχρίω
ὑποσυγχύνω
ὑποσύγχυτος
ὑποσυλάω
ὑποσυλλέγω
ὑποσυλλογιστικός
ὑποσυμβαίνω
ὑποσύμβολος
ὑποσυμμιγής
ὑποσυμπαθέω
ὑποσυναλείφομαι
ὑποσυνάπτω
ὑποσυναφή
ὑποσύνθετος
ὑποσύνθημα
ὑποσυριγμός
ὑποσυρίζω
ὑποσυρίττω
ὑποσυρμός
ὑποσύρω
ὑποσυστολή
ὑποσυστρέφω
ὑπόσυχνος
ὑποσφάγιον
ὑπόσφαγμα
ὑποσφάζω
ὑποσφάξ
ὑποσφάττω
ὑποσφίγγω
ὑπόσφιγμα
ὑποσφόνδυλον
ὑποσφραγίζομαι
ὑποσφραγίζω
ὑποσφραίνομαι
ὑποσφυρίζομαι
ὑποσχάζω
ὑποσχεθεῖν
ὑποσχέθω
ὑπόσχεο
ὑπόσχες
ὑποσχεσάριος
ὑποσχέσθαι
ὑποσχεσία
ὑποσχεσίη
ὑποσχέσιον
ὑπόσχεσις
ὑποσχετικός
ὑποσχηματίζομαι
ὑποσχιδακώδης
ὑποσχίζω
ὑπόσχισμα
ὑποσχισμός
ὑπόσχνιφος
ὑπόσχολος
ὑποσχόμενος
ὑπόσχω
ὑπόσχωμαι
ὑποσχών
ὑποσῴζω
ὑποσωματόω
ὑποσώρευσις
…
ὑποσφόνδυλον
Save
LSJ
ὑποσφόνδῠλον, τό,
= ἱερὸν ὀστοῦν,
Ruf.
Onom.
114.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}