ὑποσχεσίη
ὑποσχεσ-ίη, ἡ, Ep. for ὑπόσχεσις, pl. in Il. 13.369, A.R. 2.948, Id. Fr. 12.14: sg. in Call. Epigr. 57 Pf.
ὑποσχεσίη, ης (ἡ) épq. c. ὑπόσχεσις, Il. 3, 369 ; A. Rh. 2, 948, etc. ; Anth. 6, 150.
ὑποσχεσίη
-ης, ἡ
[as ὑπόσχεσις.]
= ὑπόσχεσις. Il. 13.369.
ὑποσχεσίη = ὑπόσχεσις, pl., Il. 13.369†.
ὑποσχεσίη, ἡ,
Epic for ὑπόσχεσις, Il.