ὑποσχέσθαι
ὑποσχέσθαι, v. ὑπισχνέομαι.
ὑποσχέσθαι, inf. ao. 2 de ὑπισχνέομαι.
ὑποσχέσθαι
aor. infin. ὑπίσχομαι.
ὑποσχέσθαι : see ὑπίσχομαι.
aor. infin. ὑπίσχομαι.