ὑποφήτωρ
ὑποφήτωρ, suggester, interpreter
ὑποφήτ-ωρ, ορος, ὁ, ἡ,
- = ὑποφήτης, Μοῦσαι . . ὑποφήτορες . . ἀοιδῆς A.R. 1.22; Πιερίδων ὑ., of poets, AP 14.1 (Socr.), cf. Epic. Oxy. 1015.1; μύθων ὑ. Man. 3.326.
ὑπο·φήτωρ, ορος (ὁ, ἡ)
1 c. ὑποφήτης et ὑποφῆτις, A. Rh. 1, 22 ; Anth. 14, 1 ; Man. 3, 326 ||
2 adj. masc. Nonn. Jo. 5, 157.
ὑποφήτωρ, ορος, ὁ, ἡ, = ὑποφήτης ; Πιερίδων Probl. arithm. 1 (XIV.1); μοῦσαι ὑποφήτορες ἀοιδῆς Ap.Rh. 1.22 ; auch κιθάρης ὑποφήτορες, Zitherspieler, Maneth. 2.332, u. a. sp.D.
ὑποφήτωρ, ορος, ὁ, ἡ,
= ὑποφήτης, Anth.