Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπότακτος
ὑπότακτος, agreed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποσχεσάριος
ὑποσχέσθαι
ὑποσχεσία
ὑποσχεσίη
ὑποσχέσιον
ὑπόσχεσις
ὑποσχετικός
ὑποσχηματίζομαι
ὑποσχιδακώδης
ὑποσχίζω
ὑπόσχισμα
ὑποσχισμός
ὑπόσχνιφος
ὑπόσχολος
ὑποσχόμενος
ὑπόσχω
ὑπόσχωμαι
ὑποσχών
ὑποσῴζω
ὑποσωματόω
ὑποσώρευσις
ὑποσωρεύω
ὑποσωφρονιστής
ὑποταγή
ὑπόταγμα
ὑποταίνιος
ὑποτακτέον
ὑποτάκτης
ὑποτακτικός
ὑποτακτικῶς
ὑπότακτος
ὑποταμιεύω
ὑποταμνόν
ὑποτάμνω
ὑποτανύω
ὑπόταξις
ὑποταράσσω
ὑποταράττω
ὑποταρβέω
ὑποταρτάριος
ὑπότασις
ὑποτάσσω
ὑποτάττω
ὑποταύριον
ὑποταφρεύω
ὑποτείνω
ὑποτειχίζω
ὑποτείχισις
ὑποτείχισμα
ὑποτειχισμός
ὑποτεκμαίρομαι
ὑποτέλειος
ὑποτελέω
ὑποτελής
ὑποτελίς
ὑποτέλλομαι
ὑποτεμενίτης
ὑποτέμνω
ὑποτερετίζω
ὑποτέρπομαι
ὑποτέταρτος
…
ὑπότακτος
Save
ὑπότακτος, agreed
LSJ
ὑπότακ-τος, ον,
agreed,
φόρος
CPR
247.12 (iv A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}