ὑστάτιος
ὑστάτιος, last
ὑστάτιος [ᾰ], η, ον,
- poet. for ὕστατος (cf. μεσσάτιος for μέσσος, τοσσάτιος for τόσσος), Il. 15.634; τί πρῶτόν τοι ἔπειτα τί δʼ ὑστάτιον καταλέξω; Od. 9.14, cf. Euph. 23, A.R. 1.139: neut. as Adv., at last, Il. 8.353; for the last time, Call. Ap. 79:—ὑστᾰτίη, ἡ, the end, βιότοιο Q.S. 14.315.
ὑστάτιος, α, ον [ᾰ] le dernier, Il. 15, 636 ; Od. 9, 14 ; ἡ ὑστατίη, Q. Sm. 14, 315, la fin ; adv. ὑστάτιον, Il. 8, 353 ; Od. 9, 14 ; Call. Ap. 79, pour la dernière fois, enfin.
Étym. ὕστατος.
ὑστάτιος, eigtl. dem Letzten gehörig, gew. p. statt ὕστατος, Ggstz von πρῶτος, Il. 15.634 ; das neutr.
• ὑστάτιον als adv . zuletzt, 8.353 ; τί πρῶτόν τοι ἔπειτα, τί δʼ ὑστάτιον καταλέξω, Od. 8.14 ; sp.D., wie Rhian. 3 (XII.58), Crinag. 45. Pallad. 47 u. A.
• ὑστάτιον als adv . zuletzt, 8.353 ; τί πρῶτόν τοι ἔπειτα, τί δʼ ὑστάτιον καταλέξω, Od. 8.14 ; sp.D., wie Rhian. 3 (XII.58), Crinag. 45. Pallad. 47 u. A.
ὑστάτιος
-η, -ον
[ὕστατος.]
- 1
= ὕστατος
1 Il. 15.634. - 2
= ὕστατος 2.b Od. 9.14.
- 3
In neut. sing. ὑστάτιον
as adv. = ὕστατος 3.a : οὐκέτι Δαναῶν κεκαδησόμεθʼ ὑστάτιόν περ (i.e. it is our last chance) Il. 8.353.
- 1
ὑστάτιος , adv. ὑστάτιον= the following.
ὑστάτιος
ὑστάτιος (ᾰ), α, ον
poetic for ὕστατος, as μεσσάτιος for μέσσος, Hom.
- neut. as adv. at last, Il.