Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑστερόληπτος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑστακητεῖ
ὑστακός
ὑσταλωπιᾷ
Ὑστάνης
ὕσταριν
ὑστάς
Ὑστάσπης
ὑστάτιος
ὕστατος
ὑστάτως
ὑστέρα
ὑστεραῖος
ὑστεραίω
ὑστεραλγής
ὑστεραλγία
ὑστερεύω
ὑστερέω
ὑστέρημα
ὑστέρησις
ὑστερησμός
ὑστερητικός
ὑστερίζω
ὑστερικός
ὑστερικῶς
ὑστέριος
ὑστεροβουλέω
ὑστεροβουλία
ὑστερόβουλος
ὑστερογενής
ὑστερογονία
ὑστερόληπτος
ὑστερολογέω
ὑστερολογία
ὑστερολόγος
ὑστερόμαντις
ὑστερομηνία
ὑστερόμητις
ὑστερόμυθος
ὕστερον
ὑστεροπάθεια
ὑστεροπαθέω
ὑστεροπερίοδος
ὑστερόποινος
ὑστερόποτμος
ὑστερόπους
ὑστερόπρωτον
ὑστερόπρωτος
ὕστερος
ὑστεροφανής
ὑστεροφεγγής
ὑστεροφημία
ὑστεροφθόρος
ὑστερόφωνος
ὑστεροχρονέω
ὑστεροχρονία
ὑστερόχρονος
ὑστέρω
ὑστήρια
ὑστιακόν
ὑστιακός
ὑστίς
…
ὑστερόληπτος
Save
LSJ
ὑστερό-ληπτος, ον,
gloss on παλινάγρετος,
Phot.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}