ὑστερησμός
ὑστερησμός, arrears
ὑστερ-ησμός, ὁ,
- arrears, οὐδέποτε ἐν ὑ. γενάμενοι τῶν βασιλικῶν φόρων PMasp. 2ii 19, cf. 19.13, 283.4, PFlor. 296.52 (all vi A. D.).