ὑστερόμητις Save Bailly 2024 Pape ὑστερό·μητις, ιος (ὁ, ἡ) c. ὑστερόβουλος, Nonn. Jo. 20, 130. Étym. ὕ. μῆτις. ὑστερόμητις, ὁ, ἡ, = ὑστερόβουλος, Nonn.