Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑστάτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑσπέλεθος
ὗσπερ
ὑσπλαγίς
ὕσπλαγξ
ὕσπλαξ
ὑσπλήγγιον
ὕσπληγξ
ὕσπληξ
ὑσπολέω
ὑσπόλος
Ὕσπορος
ὕσπορος
ὕσσακος
ὕσσαξ
ὑσσός
ὑσσωπίτης
ὑσσωπίτης οἶνος
ὕσσωπον
ὕσσωπος
ὑσσωτός
Ὑσταίχμας
ὑστακητεῖ
ὑστακός
ὑσταλωπιᾷ
Ὑστάνης
ὕσταριν
ὑστάς
Ὑστάσπης
ὑστάτιος
ὕστατος
ὑστάτως
ὑστέρα
ὑστεραῖος
ὑστεραίω
ὑστεραλγής
ὑστεραλγία
ὑστερεύω
ὑστερέω
ὑστέρημα
ὑστέρησις
ὑστερησμός
ὑστερητικός
ὑστερίζω
ὑστερικός
ὑστερικῶς
ὑστέριος
ὑστεροβουλέω
ὑστεροβουλία
ὑστερόβουλος
ὑστερογενής
ὑστερογονία
ὑστερόληπτος
ὑστερολογέω
ὑστερολογία
ὑστερολόγος
ὑστερόμαντις
ὑστερομηνία
ὑστερόμητις
ὑστερόμυθος
ὕστερον
ὑστεροπάθεια
…
ὑστάτως
Save
Bailly 2024
ὑστάτως
[
ᾰ
]
adv.
en dernier lieu,
Hippiatr.
p. 69, 19
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}