ὑστέρω Save Bailly 2024 Pape ὑστέρω, adv. plus tard, DL. 3, 95. Étym. ὕστερος. ὑστέρω, adv. zu ὕστερος, wie προτέρω zu πρότερος, hintennach, zu spät, DL. 3.95.