Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑστιακός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑστερογονία
ὑστερόληπτος
ὑστερολογέω
ὑστερολογία
ὑστερολόγος
ὑστερόμαντις
ὑστερομηνία
ὑστερόμητις
ὑστερόμυθος
ὕστερον
ὑστεροπάθεια
ὑστεροπαθέω
ὑστεροπερίοδος
ὑστερόποινος
ὑστερόποτμος
ὑστερόπους
ὑστερόπρωτον
ὑστερόπρωτος
ὕστερος
ὑστεροφανής
ὑστεροφεγγής
ὑστεροφημία
ὑστεροφθόρος
ὑστερόφωνος
ὑστεροχρονέω
ὑστεροχρονία
ὑστερόχρονος
ὑστέρω
ὑστήρια
ὑστιακόν
ὑστιακός
ὑστίς
ὕστριγξ
ὕστριξ
ὑστριχίς
ὕστριχος
ὕστρος
ὕσχλος
ὑσωπίς
ὐύζω
ὑύς
ὑφ
ὕφα
ὑφαγεμών
ὑφαγέο
ὑφαγέομαι
ὑφάδιον
ὕφαδρος
ὑφάζω
ὕφαιμος
ὑφαίμων
ὑφαίνω
ὑφαίρεσις
ὑφαιρετέον
ὑφαιρέτρια
ὑφαιρέω
ὑφαλικός
ὑφάλλομαι
ὕφαλμος
ὑφαλμυρίζω
ὑφάλμυρος
…
ὑστιακός
Save
Pape
ὑστιακός
, ὁ,
eine Art Trinkgeschirr
, Rhinthon bei Ath. 500f.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}