ὑφεσπέριος
ὑφεσπέριος, towards evening, western
ὑφεσπέρ-ιος, ον,
- towards evening, western, στῆλαι D.P. 450.
ὑφ·εσπέριος, ος, ον, c. le suiv. DP. 450.
ὑφεσπέριος, = ὑφέσπερος, Dion.Per. 450.