ὑφηγεμών
ὑφηγ-εμών, Dor. ὑφᾱγ-, όνος, ὁ,
- = ἡγεμών, AP 12.56 (Mel.).
*ὑφ·ηγεμών, seul. dor. ὑφαγεμώνᾱ, Anth. 12, 56, c. ἡγεμών.
ὑφηγεμών, όνος, ὁ, Unteranführer, übh. = ἡγεμών, Mel. 11 (XII.56).
ὑφηγεμών
ὑφ-ηγεμών, όνος, ὁ,
= ἡγεμών, Anth.