ὑδατόχλωρος
ὑδατόχλωρος, water-green
ὑδᾰτό-χλωρος, ον,
- water-green, Gal. 19.148.
ὑδατό·χλωρος, ος, ον [ῠᾰ] c. le préc. Gal. Lex. Hipp. 19, 148.
ὑδατόχλωρος, wassergrün (?).
ὑδατόχλωρος, water-green