About Report a problem

Menu

ὠκυδίνητος

ὠκυδίνητος, quick-whirling

ὠκυ-δίνητος [ῑ], Dor. -ᾱτος, ον,
  • quick-whirling, ἅμιλλαι Pi. I. 5(4).6.

Saved

Recent