ῥιζολογέω
ῥιζολογέω, root out
ῥιζο-λογέω,
- root out, τυράννους D.S. 16.82 (s.v.l.).
ῥιζο·λογέω-ῶ, déraciner, extirper, acc. DS. 16, 82.
Étym. ῥίζα, -λογος de λέγω.
ῥιζολογέω, 1) Wurzeln lesen, sammeln.
2) mit der Wurzel ausrotten, καθόλου πάντας τυράννους ῥιζολογήσας, DS. 16.82.
2) mit der Wurzel ausrotten, καθόλου πάντας τυράννους ῥιζολογήσας, DS. 16.82.