ῥοπτός Save LSJ Bailly 2024 Pape ῥοπτός, ή, όν, (ῥόφω) = ῥοφητός, Hp. ap. Gal. 19.136. ῥοπτός, ή, όν, c. ῥοφητός, Gal. Lex. Hipp. 19, 136. ῥοπτός, adj. verb. zu ῥοφέω, geschlürft, zu schlürfen, Galen.