About Report a problem

Menu

ῥυμοτομέω

ῥυμοτομέω, divide

ῥῡμοτομ-έω πόλιν, (ῥύμη II)
  • divide a town by streets, D.S. 17.52, J. BJ 3.5.2:—Pass., πόλις κακῶς, καινῶς, ἐρρυμοτομημένη Dicaearch. 1.1, 12; τετράπυλος ἐρρυμοτομημένος πρὸς ὀρθὰς γωνίας Str. 12.4.7, cf. Cleom. 2.1.

Saved

Recent