ῥυπαρομέλας
ῥυπαρομέλας, of a dirty black
ῥῠπᾰρο-μέλᾱς, αινα, αν,
- of a dirty black, Ath. 9.395d.
ῥυπαρο·μέλας, αινα, αν, gén. ανος, αίνης, ανος [ῠᾰᾱς, ᾰν] d’un noir sale, A. mynd. (Ath. 395d).
ῥυπαρομέλας, αινα, αν, schmutzig schwarz, Ath. IX.395d, im fem.