ῥᾷστος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ῥᾷστος, v. ῥᾴδιος. ῥᾷστος, η, ον, v. ῥᾴδιος. ῥᾷστος superl. van ῥᾴδιος. ῥᾷστος, superl. zu ῥᾴδιος.