ῥᾳστώνευσις Save LSJ Bailly 2024 Pape ῥᾳστών-ευσις, εως, ἡ, = ῥᾳστώνη, Ael. Fr. 110, cf. 321. ῥᾳστώνευσις, εως (ἡ) c. ῥᾳστώνη, Anon. Étym. Suid. vo Ἀπίκιος. ῥᾳστώνευσις, ἡ, = ῥᾳστώνη, Suid. v. Ἀπίκιος.