Πιερίδες
Πιερίδες, the Pierides
Could not find Πιερίδων in Logeion dictionaries.
Πιερίδων Proper-name noun: feminine genitive plural of Πιερίδες
Πῑερῐδες (-ίδες, -ίδων.)
- 1of Pieria epith. of the Muses. κόραι Πιερίδες Διός O. 10.96 pro subs., ἀτύζονται βοὰν Πιερίδων ἀίοντα P. 1.14 ἐν μυχοῖσι Πιερίδων P. 6.49 τόδʼ ἔζευξεν ἅρμα Πιερίδων τετράορον P. 10.65 Πιερίδων ἀρόταις δυνατοὶ παρέχειν πολὺν ὕμνον ἀγερώχων ἐργμάτων ἕνεκεν N. 6.32 μιν εὐφώνων πτερύγεσσιν ἀερθέντʼ ἀγλααῖς Πιερίδων I. 1.65 με ἀοίδιμον Πιερίδων προφάταν Pae. 6.6 ἔστι μοι πατρίδʼ ἀρχαίαν κτενὶ Πιερίδ[ων ὥ]στε χαίταν παρθένου ξανθʼ[ (supp. Lobel) fr. 215. 6. ]α Πιερίδες[ P. Oxy. 1792, fr. 39.
Πιερίδες
Πῑερίδες, αἱ,
- the Pierides, name of the Muses, as haunting Pieria, Hes., Pind.