Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πιδυλίς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πιάζω
πιαίνω
πιαλέος
Πιαλεύς
πιάλλω
πίαλος
πιαντήρια
πιαντήριος
πιαντηριος
πιαντικός
πῖαρ
πιαρός
πίασμα
πιασμός
πιαστήριος
πιατήριος
πιάτοις
πιάτρα
πιβρᾶτος
πίγγαλος
πιγκέρνης
Πίγρης
πιδακῖτις
πιδακόεις
πιδακώδης
πῖδαξ
πιδάω
πιδήεις
Πίδοκος
πιδύεις
πιδυλίς
Πιδύτης
πιδύω
πίε
πιέειν
πιέζευν
πιεζέω
πιέζω
πιεῖν
πίειρα
Πίελος
πιέμεν
πίεξις
Πίερες
Πιερία
Πιερίδες
Πιερίη
Πιερίηθεν
Πιερικός
Πιέριον
Πιέριος
Πιερίς
Πιερίων
πιερός
Πίερος
πιεσθείς
πιέσιμος
πίεσις
πίεσμα
πιεσμός
πιεστέος
…
πιδυλίς
Save
LSJ
πῑδ-ῠλίς, ίδος, ἡ,
= πιδακόεσσα,
Hsch.
(πηδ- cod.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}