πιδακόεις
πιδακόεις, gushing
πῑδᾰκ-όεις, εσσα, εν,
- full of springs, Hegesin. ap. Paus. 9.29.1; gushing, λιβάς E. Andr. 116 (eleg.).
πιδακόεις, όεσσα, όεν [ῑᾰ] c. le préc. Eur. Andr. 116.
πιδακόεις, [ῑ], εσσα, εν, quellig, quellreich, λιβάς, Eur. Andr. 116.
πιδακόεις
πῑδᾰκόεις, εσσα, εν
πῖδαξ
- gushing, Eur.