πίγγαλος
πίγγαλος, lizard
πίγγαλος, ὁ,
- a kind of lizard, = χαλκίς, Hsch. πίγγαν· νεοσσίον, Amerias ap. Hsch.
πίγγαλος, ὁ, bei Hesych. σαῦρος, χαλκίς erklärt, vgl. πίνδαλος.