διμέτρητος
διμέτρητος, holding two
δῐ-μέτρητος, ον,
- holding two μετρηταί, κώδων Callix. 2, cf. CIG 3071 (Teos).
metrol. de dos metretas de capacidad
κάδος
κώθων
δι·μέτρητος, ος, ον [ῐ] qui contient deux μετρητάς, Callix. (Ath. 199f).
Étym. δίς, μετρητής.
διμέτρητος, zwei Metreten fassend, κώθωνες, Ath. V.199f.