About Report a problem

Menu

δουλευτέον

δουλευτέον, one must be a slave

δουλ-ευτέον,
  • one must be a slave, τινί E. Ph. 395, Ba. 366; οὐ μὴν δουλευτέον τοὺς νοῦν ἔχοντας τοῖς κακῶς φρονοῦσιν Isoc. 9.7.

Saved

Recent