δουλία
δουλ-ία, v. δουλεία.
δουλία, v. δουλεία.
δουλία, ἡ, = δουλεία, Pind. P. 1.75.
δουλία
- 1slavery Ἑλλάδʼ ἐξέλκων βαρείας δουλίας P. 1.75