δούλευσις
δούλευσις, slavery
δούλ-ευσις, εως, ἡ,
- slavery, prob. f.l. for δούλωσις, Porph. Abst. 1.8.
esclavitud, fig. sometimiento, servicio
τὸ ἐρώτημά σου δηλοῖ ... ἀξίαν καὶ δούλευσιν ἐκκλησιαστικήν
δούλευσις, ἡ, das als Sklave Dienen, erst sehr Sp.