δουλιχόδειρος
δουλῐχό-δειρος, ον, Ion. for δολιχόδ-.
δουλιχό·δειρος, v. δολιχόδειρος.
δουλιχόδειρος, Homer zweimal, Il. 2.460, 15.692 χηνῶν ἢ γεράνων ἢ κύκνων δουλιχοδείρων. s. δολιχόδειρος.
δουλιχόδειρος
[δ(ο)ὐλιχός + δειρή.]
Long-necked: κύκνων Il. 2.460 = Il. 15.692.
δουλιχόδειρος (δολιχός, δειρή): long-necked, Il. 2.460 and Il. 15.692.