δουλευτέον
δουλευτέον, one must be a slave
δουλ-ευτέον,
- one must be a slave, τινί E. Ph. 395, Ba. 366; οὐ μὴν δουλευτέον τοὺς νοῦν ἔχοντας τοῖς κακῶς φρονοῦσιν Isoc. 9.7.
1 hay que ser esclavo, hay que servir
ἐς τὸ κέρδος παρὰ φύσιν δ.
τῷ Βακχίῳ
τῷ σώματι
2 c. ac. y dat. agente hay que esclavizar
οὐ μὴν δ. τοὺς νοῦν ἔχοντας τοῖς κακῶς φρονοῦσιν
y los malintencionados no deben esclavizar a los sensatos
δουλευτέον, vb. de δουλεύω, Eur. Bacch. 366, Ph. 398, H.f. 1357 ; Isocr. 190b.