δραματουργέω
δραματουργέω, act a part
Could not find δραματουργῶν in Logeion dictionaries.
δραματουργῶν present active participle masculine nominative singular, present active participle masculine vocative singular of δραματουργέω
δραματουργῶν masculine genitive plural, feminine genitive plural, neuter genitive plural of δραματουργός
- = δραματοποιέω, τὸν διάλογον Ath. Epit. 1.1f, cf. Max.Tyr. 7.1; ‘act a part’, πάντα δ. J. BJ 1.24.1, Alciphr. 2.3.
- II = πανουργέω, Hsch.
1 componer en forma teatral
δραματουργεῖ δὲ τὸν διάλογον ὁ Ἀθήναιος ζήλῳ Πλατωνικῷ
δραματουργεῖν τι καινὸν ... δρᾶμα
(habla Menandro)
• fig. dramatizar, exagerar en v. pas.
Ἰουδαίοις καὶ Ἕλλησι δραματουργεῖται τὰ ἡμέτερα
2 inventar, fabular
τοιαῦτα ἄλλ' ἄττα δραματουργῆσαι ἐθάρρησε
κατ' ἐμοῦ δραματουργοῦσιν ἐγκλήματα
inventan acusaciones contra míδραματουργεῖ δὲ ἡμῖν ἄλλην δραματουργίαν ὁ δεύτερος μιμολόγος
• narrar de modo dramático en v. pas., subst.
τὰ δεδραματουργημένα
acontecimientos dramáticamente descritos
3 fig. representar, presentar
πρὸς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων ὧν δραματουργεῖ ὁ θεός
κατὰ τοὺς τῶν αἱρετικῶν παῖδας ἐδραματούργησεν Ἰησοῦς τὴν ἔνσαρκον αὐτοῦ παρουσίαν
ἃ δραματουργεῖται καὶ πλέκεται θαυμασίως ὑπὲρ ἡμῶν
ref. a los padecimientos de Cristo
4 tramar, urdir
πάντα δὲ περιεσκεμμένως δραματουργῶν
δυστυχῆ τραγῳδίαν, ἣν πονηρός τις δαίμων ... ἐδραματούργησεν
τὰ παρ' ἐκείνων δραματουργηθέντα ἐξετάσαι