δραματουργία
δραματουργία, dramatic work, a drama
- = δραματοποιία, Luc. Salt. 68: metaph. of life, Sopat. ap. Stob. 4.5.52, Max.Tyr. 7.10; the action of a play, Str. 1.2.27.
1 representación dramática
ἢ τραγικὴ δ. ἢ κωμικὴ γελωτοποιία
σχήματα ... πρὸς τὴν δραματουργίαν
τὴν τῆς ἐπιβουλῆς δραματουργίαν ... ἐκπληροῖν (sic)
• desenlace dramático
τοσαύτην ... τὰ κατὰ τοῦτον (τὸν νεανίαν) δραματουργίαν εἴληχεν
ref. a un mártir al ser condenado a muerte
2 composición dramática
ὅλῃ τῇ δραματουργίᾳ τοῦτο παραπέπλεκται
del Faetonte de Eurípidesτραγική
• de un oráculo en forma dialógica
κατὰ τὴν Ἠσαΐου δραματουργίαν
3 ficción, invención
φωρατὴ ἡ τῆς μωρολογίας δ.
4 complot, maquinación
δαίμονες ... ἐψευσμέναις δραματουργίαις τὰς γνώμας αὐτῶν παρατρέπουσι
- dramatic work, a drama, Luc. from δρᾱμᾰτουργός