δυοκαιδέκατος
δυοκαιδέκατος, twelfth
δῠοκαιδέκα-τος, ον,
- twelfth, Hp. Morb. 3.16, Epid. 7.5.
duodécimo
(ἔτους) δυοκαιδεκ[ά]του Τι[βερ]ί[ου
• subst. ἡ δ. (sc. ἡμέρα):
τῇ δυοκαιδεκάτῃ
al duodécimo día
δυο·και·δέκατος, η, ον [κᾰ] douzième, Hpc. 493, 46 et 48 ; 1210f ; Ath. 654c.