δυοκαιδεκάμηνος
δυοκαιδεκάμηνος, twelve months long
δῠοκαιδεκά-μηνος, ον,
- = δωδεκάμηνος, χρόνοι S. Tr. 648 (lyr.).
de doce meses
χρόνος
δυοκαιδεκά·μηνος, ος, ον, c. δωδεκάμηνος, Soph. Tr. 648.
δυοκαιδεκάμηνος, p. = δωδεκάμηνος.
δυοκαιδεκάμηνος
δυοκαιδεκά-μηνος, ον
μήν
= δωδεκάμηνος, Soph.