About Report a problem

Menu

καταγγελία

καταγγελία, proclamation

Could not find καταγγελίαις in Logeion dictionaries.

καταγγελίαις Noun: feminine dative plural of καταγγελία

See καταγγελίαις in Morpho

καταγγελ-ία, ἡ,
  • proclamation, πολέμου Luc. Par. 42; esp. of games or festivals, ἐκ καταγγελίας ἐπιτελεῖν ἀγῶνα Plu. Rom. 14; τὴν κ. ἐποιήσαντο πρεπόντως OGI 319.13 (Magn. Mae., ii B.C.), cf. CIG 3656.6 (Cyzicus, ii B.C.); τὰν κ. ἀποδέχεται ib. 12.
    • II denunciation, J. AJ 10.7.4 (pl.).

Saved

Recent