καταγελαστής
καταγελαστής, mocker
καταγελασ-τής, οῦ, ὁ,
- mocker, Gloss.
καταγελαστής, οῦ (ὁ) qui tourne en dérision, moqueur, Chrys. 4, 245.
Étym. καταγελάω.
καταγελαστής, ὁ, der Spötter, Sp.
καταγελαστής, mocker