καταβροχθίζω
καταβροχθίζω, to gulp down
καταβροχθίζω,
- gulp down, Hp. Coac. 62, Ar. Eq. 357, 826; ὀβολόν Id. Av. 503, cf. Antiph. 190.6; τὴν Πελοπόννησον ἅπασαν Hermipp. 45: metaph., λόγους κ. Ath. 6.270b.
κατα·βροχθίζω, avaler, engloutir, Hpc. 126b ; Ar. Eq. 357, etc. ; fig. Ath. 270b.
Étym. κ. βρόχθος.
καταβροχθίζω, niederschlucken, verschlingen ; Hippocr.; Ar. Av. 505 ; θερμόν ποτε καταβροχθίσας ἰχθύν Ath. VIII.344b ; übertr., λόγους μόνον καταβροχθίσας VI.270b.
καταβροχθίζω
fut. ίσω
- to gulp down, Ar.