καταγγελεύς
καταγγελεύς, herald
καταγγελ-εύς, έως, ὁ,
- one who proclaims, herald, ἀγώνων IG 12(2).58a10 (Mytilene, i B.C.), cf. BSA 26.163 (Sparta, ii A.D.); ξένων δαιμονίων Act.Ap. 17.18.
καταγγελεύς, έως (ὁ) qui annonce, qui proclame, NT. Ap. 17, 18, etc.
Étym. καταγγέλλω.
καταγγελεύς, ὁ, der da meldet, verkündigt, ξένων δαιμονίων NT.
Strong 2604
†
a proclaimer, herald (in Inscr., κ. ἀγώνων, Deiss., LAE, 97): c. gen. obj., Ac 17:18.†
καταγγελεύς, έως,
= κατάγγελος, NTest.